αμπάλωτος

[амбалотос] εκ. незаплатанный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμπάλωτος" в других словарях:

  • αμπάλωτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν έχει μπαλωθεί, επιδιορθωθεί ή δεν μπορεί να επιδιορθωθεί: Τα παπούτσια του ήταν τρύπια και τα ρούχα του αμπάλωτα. 2. αυτός που δεν είχε κάποια ωφέλεια από κάπου: Όλοι κάτι μπαλώθηκαν, μονάχα εκείνος έμεινε αμπάλωτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμπάλωτος — η, ο [μπαλώνω] 1. (για ενδύματα ή υποδήματα) αυτός που δεν μπαλώθηκε, δεν επιδιορθώθηκε στο σημείο που είχε σκιστεί ή ανοίξει 2. αυτός που δεν παίρνει μπάλωμα 3. αυτός που δεν μπορείς να τόν δικαιολογήσεις, να τόν συγκαλύψεις …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.